cartographer
car
kɑ:
kaa
tog
ˈtɒg
tog
ra
pher

Ορισμός και σημασία του "cartographer"στα αγγλικά

01

χαρτογράφος, γεωγράφος-χαρτογράφος

a person who designs or creates maps 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cartographers
Παραδείγματα
Sarah's dream job was to become a cartographer, so she pursued a degree in geography with a focus on map-making. 

Η ονειρεμένη δουλειά της Σάρα ήταν να γίνει χαρτογράφος, γι' αυτό ακολούθησε πτυχίο στη γεωγραφία με εστίαση στη χαρτογραφία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store