carton
Pronunciation
/ˈkɑrtən/

Ορισμός και σημασία του "carton"στα αγγλικά

01

χαρτοκιβώτιο, κουτί από χαρτόνι

a box made of cardboard or plastic for storing goods, especially liquid
carton definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cartons
Παραδείγματα
The carton was sealed tightly to prevent leaks.
Το χαρτόκουτο ήταν σφραγισμένο σφιχτά για να αποφευχθούν διαρροές.
1.1

χαρτόκουτο, κουτί

a quantity of something stored in a large container
carton definition and meaning
Παραδείγματα
The office ordered a carton of printer paper for the month.
Το γραφείο παρήγγειλε ένα κουτί χαρτιού εκτυπωτή για το μήνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store