carthorse
Pronunciation
/kˈɑːɹθɔːɹs/

Ορισμός και σημασία του "carthorse"στα αγγλικά

01

άλογο έλξης, αγροτικό άλογο

a large strong horse that is kept on farms for heavy work
carthorse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carthorses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store