cartel
car
kɑ:
kaa
tel
ˈtɛl
tel
carpel

Ορισμός και σημασία του "cartel"στα αγγλικά

01

καρτέλ, συμφωνία

an agreement among independent entities, often businesses, to control prices, production, and distribution in a specific industry, reducing competition and increasing market power 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cartels
Παραδείγματα
The oil cartel, consisting of major petroleum-producing nations, collaborates to influence global oil prices and production levels. 

Η καρτέλ πετρελαίου, που αποτελείται από τις κύριες πετρελαιοπαραγωγές χώρες, συνεργάζεται για να επηρεάσει τις παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου και τα επίπεδα παραγωγής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store