Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to carry out
01
πραγματοποιώ, εκτελώ
to complete or conduct a task, job, etc.
Transitive: to carry out a task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
carry
ενεστώτας
carry out
γ΄ ενικό πρόσωπο
carries out
ενεστώτα μετοχή
carrying out
απλός αόριστος
carried out
παθητική μετοχή
carried out
Παραδείγματα
The research team will carry out experiments to test the hypothesis and gather data.
Η ερευνητική ομάδα θα πραγματοποιήσει πειράματα για να δοκιμάσει την υπόθεση και να συλλέξει δεδομένα.
02
εκτελώ, πραγματοποιώ
to execute a decision, order, or directive
Transitive: to carry out an order or promise
Παραδείγματα
The military was prepared to carry out the president's order to deploy troops in response to the crisis.
Ο στρατός ήταν έτοιμος να εκτελέσει την εντολή του προέδρου για ανάπτυξη στρατευμάτων ως απάντηση στην κρίση.
03
μεταφέρω, μετακινώ
to physically move something or someone from one place to another
Παραδείγματα
The movers were hired to carry out the furniture from the old apartment to the new one.
Οι μεταφορείς προσλήφθηκαν για να μεταφέρουν τα έπιπλα από το παλιό διαμέρισμα στο νέο.



























