Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to carry away
01
παίρνω μακριά, μεταφέρω
to remove something or someone from a specific place, environment, or mental/emotional state, often transporting them into a new location or condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
carry
ενεστώτας
carry away
γ΄ ενικό πρόσωπο
carries away
ενεστώτα μετοχή
carrying away
απλός αόριστος
carried away
παθητική μετοχή
carried away
Παραδείγματα
The soldiers carried away the wounded from the battlefield.
Οι στρατιώτες μετέφεραν τους τραυματίες από το πεδίο της μάχης.



























