Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carp
01
κυπρίνος, κοινός κυπρίνος
a type of freshwater fish belonging to the family Cyprinidae, typically with a deep body and barbels near the mouth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carp
Παραδείγματα
The pond contains both common carp and mirror carp.
Η λίμνη περιέχει τόσο κοινό κυπρίνο όσο και καθρέφτη κυπρίνο.
02
άπαχο κρέας κυπρίνου, κρέας κυπρίνου
the lean flesh of a carp fish, commonly farmed and eaten
Παραδείγματα
Fishermen brought carp to the market to sell as food.
Οι ψαράδες έφεραν κυπρίνο στην αγορά για να το πουλήσουν ως τροφή.
to carp
01
γκρινιάζω, κριτικάρω συνεχώς
to complain or criticize persistently, often about trivial issues
Intransitive: to carp about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carp
γ΄ ενικό πρόσωπο
carps
ενεστώτα μετοχή
carping
απλός αόριστος
carped
παθητική μετοχή
carped
Παραδείγματα
Critics seem to carp endlessly about plot holes no one else even notices.
Οι κριτικοί φαίνεται να γκρινιάζουν ατελείωτα για τρύπες στην πλοκή που κανείς άλλος δεν παρατηρεί.



























