carpal
car
ˈkɑ:
kaa
pal
pəl
pēl
carpelcarnal

Ορισμός και σημασία του "carpal"στα αγγλικά

01

καρπός, οστό του καρπού

any of the eight small bones of the wrist of primates 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carpals
01

καρπικός, σχετικός με τον καρπό

relating to the carpus, which is the group of eight bones forming the wrist 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The carpal bones allow for flexibility and movement in the wrist joint. 

Τα οστά του καρπού επιτρέπουν την ευελιξία και την κίνηση στην άρθρωση του καρπού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store