carouse
Pronunciation
/kɝˈaʊz/

Ορισμός και σημασία του "carouse"στα αγγλικά

01

ποτόπαρτυ, χαρούμενο πάρτι με ποτό

revelry in drinking; a merry drinking party
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carouses
to carouse
01

γλεντζώ, κάνω πάρτι

to engage in lively, noisy, and often excessive drinking and celebration, especially in a social gathering or festive setting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carouse
γ΄ ενικό πρόσωπο
carouses
ενεστώτα μετοχή
carousing
απλός αόριστος
caroused
παθητική μετοχή
caroused
Παραδείγματα
After the victory, they caroused with champagne.
Μετά τη νίκη, γλεντούσαν με σαμπάνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store