Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carouse
01
ποτόπαρτυ, χαρούμενο πάρτι με ποτό
revelry in drinking; a merry drinking party
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carouses
to carouse
01
γλεντζώ, κάνω πάρτι
to engage in lively, noisy, and often excessive drinking and celebration, especially in a social gathering or festive setting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carouse
γ΄ ενικό πρόσωπο
carouses
ενεστώτα μετοχή
carousing
απλός αόριστος
caroused
παθητική μετοχή
caroused
Παραδείγματα
The holiday season is a time when people often carouse at parties.
Η εποχή των διακοπών είναι μια περίοδος κατά την οποία οι άνθρωποι συχνά κάνουν πάρτι σε πάρτι.



























