Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carousal
01
θορυβώδης γιορτή, κραιπάλη
a boisterous gathering marked by music, laughter, and often drinking
Παραδείγματα
The crew's victory carousal aboard the ship echoed through the harbor.
Η κώμος της νίκης του πληρώματος πάνω στο πλοίο ακούγονταν σε όλο το λιμάνι.



























