carol
ca
ˈkæ
και
rol
rəl
ραλ
/kˈæɹə‍l/
carolled

Ορισμός και σημασία του "carol"στα αγγλικά

01

κάλαντα, χριστουγεννιάτικο τραγούδι

a religious song that people sing at Christmas
carol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carols
02

κάλαντα, χριστουγεννιάτικο τραγούδι

joyful religious song celebrating the birth of Christ
to carol
01

τραγουδώ κάλαντα

sing carols
to carol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carol
γ΄ ενικό πρόσωπο
carols
ενεστώτα μετοχή
caroling
απλός αόριστος
caroled
παθητική μετοχή
caroled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store