Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
carnal
01
σαρκικός, αισθησιακός
focused on bodily desires and physical passion
Παραδείγματα
Their relationship was driven by carnal attraction.
Η σχέση τους οδηγούνταν από σαρκική έλξη.
02
σαρκικός, σωματικός
pertaining to the physical flesh
Παραδείγματα
The course included a carnal examination of muscles and bones.
Το μάθημα περιλάμβανε μια σωματική εξέταση των μυών και των οστών.
Λεξικό Δέντρο
carnality
carnalize
carnally
carnal
carn



























