carnal
Pronunciation
/ˈkɑɹnəɫ/

Ορισμός και σημασία του "carnal"στα αγγλικά

01

σαρκικός, αισθησιακός

focused on bodily desires and physical passion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most carnal
συγκριτικός βαθμός
more carnal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their relationship was driven by carnal attraction.
Η σχέση τους οδηγούνταν από σαρκική έλξη.
02

σαρκικός, σωματικός

pertaining to the physical flesh
Παραδείγματα
The course included a carnal examination of muscles and bones.
Το μάθημα περιλάμβανε μια σωματική εξέταση των μυών και των οστών.

Λεξικό Δέντρο

carnality
carnalize
carnally
carnal
carn
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store