Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carnage
01
σφαγή, καταστροφή
the merciless killing of people in large numbers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























