Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carcinogen
01
καρκινογόνο, ουσία που προκαλεί καρκίνο
a substance or agent that has the potential to cause cancer in living tissues
Παραδείγματα
Some food additives and preservatives may be studied for their potential carcinogenic effects.
Ορισμένες πρόσθετες τροφίμων και συντηρητικά μπορεί να μελετηθούν για τις πιθανές καρκινογόνες επιπτώσεις τους.
Λεξικό Δέντρο
carcinogenic
carcinogen



























