carcinogen
Pronunciation
/kɑɹˈsɪnədʒən/

Ορισμός και σημασία του "carcinogen"στα αγγλικά

01

καρκινογόνο, ουσία που προκαλεί καρκίνο

a substance or agent that has the potential to cause cancer in living tissues
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carcinogens
Παραδείγματα
Some food additives and preservatives may be studied for their potential carcinogenic effects.
Ορισμένες πρόσθετες τροφίμων και συντηρητικά μπορεί να μελετηθούν για τις πιθανές καρκινογόνες επιπτώσεις τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store