carbuncle
car
ˈkɑ:
kaa
bu
ba
ncle
nəkl
nēkl
caruncle

Ορισμός και σημασία του "carbuncle"στα αγγλικά

01

ένα άνθρακα, μια οδυνηρή συστάδα βουβώνων

a painful, swollen cluster of connected boils on the skin, typically caused by a bacterial infection 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carbuncles
Παραδείγματα
The nurse found a painful carbuncle during the exam. 

Η νοσοκόμα βρήκε ένα οδυνηρό καρβούνκι κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

02

καρβούνκι, βαθύ κόκκινο καμποσόν γκαρνέτ

deep-red cabochon garnet cut without facets 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store