Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carburetor
01
καρμπιρατέρ, καρμπ
a device that mixes air and fuel for internal combustion engines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carburetors
Παραδείγματα
The carburetor needed cleaning due to buildup.
Ο καρμπυρατέρ χρειαζόταν καθαρισμό λόγω συσσώρευσης.
Λεξικό Δέντρο
carburetor
carburet



























