carburetor
car
ˈkɑ:
κα
bu
bjʊ
μπγου
re
reɪ
ρει
tor
τα
carburettor
carburator

Ορισμός και σημασία του "carburetor"στα αγγλικά

01

καρμπιρατέρ, καρμπ

a device that mixes air and fuel for internal combustion engines 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
carburetors
Παραδείγματα
The carburetor needed cleaning due to buildup. 

Ο καρμπυρατέρ χρειαζόταν καθαρισμό λόγω συσσώρευσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

carburetor
carburet
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store