captivity
Pronunciation
/kæpˈtɪvəti/

Ορισμός και σημασία του "captivity"στα αγγλικά

01

αιχμαλωσία, φυλάκιση

the state of being confined, imprisoned, or held against one's will
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

αιχμαλωσία, δουλεία

the state of being a slave
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store