captivity
cap
kæp
καιπ
ti
ˈtɪ
τι
vi
βι
ty
ti
τι
festivityrelativitycreativitynegativity

Ορισμός και σημασία του "captivity"στα αγγλικά

01

αιχμαλωσία, φυλάκιση

the state of being confined, imprisoned, or held against one's will 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

αιχμαλωσία, δουλεία

the state of being a slave 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

captivity
captive
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store