caput
ca
ˈkæ
put
pət
pēt
capet
capita

Ορισμός και σημασία του "caput"στα αγγλικά

01

κεφάλι, κρανίο

the upper part of the human body or the front part of the body in animals; contains the face and brains 
caput definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
capita
02

μια προεξοχή σε σχήμα κεφαλιού σε ένα όργανο ή δομή, μια κεφαλική εξόγκωση σε ένα όργανο ή δομή

a headlike protuberance on an organ or structure 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store