to captivate
cap
ˈkæp
kāp
ti
ti
vate
veɪt
veit

Ορισμός και σημασία του "captivate"στα αγγλικά

to captivate
01

γοητεύω, συναρπάζω

to attract someone by being irresistibly appealing 
Transitive: to captivate sb
to captivate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
captivate
γ΄ ενικό πρόσωπο
captivates
ενεστώτα μετοχή
captivating
απλός αόριστος
captivated
παθητική μετοχή
captivated
Παραδείγματα
The enchanting melody of the music captivated everyone in the room. 

Η μαγευτική μελωδία της μουσικής γοήτευσε όλους στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

captivated
captivating
captivation
captivate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store