Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to captivate
01
γοητεύω, συναρπάζω
to attract someone by being irresistibly appealing
Transitive: to captivate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
captivate
γ΄ ενικό πρόσωπο
captivates
ενεστώτα μετοχή
captivating
απλός αόριστος
captivated
παθητική μετοχή
captivated
Παραδείγματα
The enchanting melody of the music captivated everyone in the room.
Η μαγευτική μελωδία της μουσικής γοήτευσε όλους στο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
captivated
captivating
captivation
captivate



























