Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to captivate
01
γοητεύω, συναρπάζω
to attract someone by being irresistibly appealing
Transitive: to captivate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
captivate
γ΄ ενικό πρόσωπο
captivates
ενεστώτα μετοχή
captivating
απλός αόριστος
captivated
παθητική μετοχή
captivated
Παραδείγματα
The adorable antics of the kittens captivated the children, bringing joy to their hearts.
Τα αξιολάτρευτα καμώματα των γατιών συνεπήραν τα παιδιά, φέρνοντας χαρά στις καρδιές τους.
Λεξικό Δέντρο
captivated
captivating
captivation
captivate



























