Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Captain
01
πλοίαρχος, αρχιπλοηγός
the person who is in charge of an aircraft and responsible for its operation and safety
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
captains
Παραδείγματα
The captain has over 10 years of experience flying international routes.
Ο πλοίαρχος έχει πάνω από 10 χρόνια εμπειρίας σε πτήσεις διεθνών δρομολογίων.
03
μαître d', προϊστάμενος τραπεζαρίας
a dining-room attendant who is in charge of the waiters and the seating of customers
04
λοχαγός, διοικητής
a military officer with a rank above that of a lieutenant and below that of a major
Παραδείγματα
The captain's bravery earned him a medal during the battle.
Η γενναιότητα του λοχαγού του χάρισε ένα μετάλλιο κατά τη διάρκεια της μάχης.
05
καπετάνιος, διοικητής
the naval officer in command of a military ship
06
αρχηγός, διοικητής
a policeman in charge of a precinct
07
καπετάνιος, διοικητής
the person in charge of operating and leading a ship or similar vessel
Παραδείγματα
She ’s the captain of the yacht and oversees all the operations.
Είναι ο καπετάνιος του γιοτ και εποπτεύει όλες τις εργασίες.
to captain
01
είσαι ο αρχηγός της, αρχηγώ
be the captain of a sports team
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
captain
γ΄ ενικό πρόσωπο
captains
ενεστώτα μετοχή
captaining
απλός αόριστος
captained
παθητική μετοχή
captained
Λεξικό Δέντρο
captainship
captain



























