capsicum
cap
ˈkæp
καιπ
si
σι
cum
kəm
καμ

Ορισμός και σημασία του "capsicum"στα αγγλικά

01

πιπεριά, γλυκιά πιπεριά

a vegetable commonly known as bell pepper or sweet pepper, with a mild and slightly sweet flavor 
capsicum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
capsicums
Παραδείγματα
I'm not a fan of spicy foods, but I really enjoy the mild flavor of yellow capsicum. 

Δεν είμαι οπαδός των πικάντικων φαγητών, αλλά απολαμβάνω πραγματικά την ήπια γεύση της κίτρινης πιπεριάς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store