adrift
Pronunciation
/əˈdɹɪft/

Ορισμός και σημασία του "adrift"στα αγγλικά

01

παρασυρόμενος, χωρίς κατεύθυνση

aimlessly drifting
adrift definition and meaning
02

περιφερόμενος, επιπλέων

afloat on the surface of a body of water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
03

χαμένος, χωρίς κατεύθυνση

feeling alone and without a clear purpose or direction in life
Παραδείγματα
Reading helped him stop feeling adrift and gave him some guidance.
Η ανάγνωση τον βοήθησε να σταματήσει να νιώθει αποπροσανατολισμένος και του έδωσε κάποια καθοδήγηση.
01

παρασυρόμενος, χωρίς κατεύθυνση

off course, wandering aimlessly
γραμματικές πληροφορίες
02

παρασυρόμενος, χωρίς έλεγχο

(of boats or ships) floating without being anchored or controlled by anyone
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store