Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adrift
01
παρασυρόμενος, χωρίς κατεύθυνση
aimlessly drifting
02
περιφερόμενος, επιπλέων
afloat on the surface of a body of water
03
χαμένος, χωρίς κατεύθυνση
feeling alone and without a clear purpose or direction in life
Παραδείγματα
Reading helped him stop feeling adrift and gave him some guidance.
Η ανάγνωση τον βοήθησε να σταματήσει να νιώθει αποπροσανατολισμένος και του έδωσε κάποια καθοδήγηση.
adrift
01
παρασυρόμενος, χωρίς κατεύθυνση
off course, wandering aimlessly
02
παρασυρόμενος, χωρίς έλεγχο
(of boats or ships) floating without being anchored or controlled by anyone



























