cantankerous
can
kæn
kān
tan
ˈtæn
tān
ke
rous
rəs
rēs
rancorous

Ορισμός και σημασία του "cantankerous"στα αγγλικά

cantankerous
01

δύστροπος, ευέξαπτος

difficult to get along with and easily angered 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cantankerous
συγκριτικός βαθμός
more cantankerous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cantankerous old man yelled at the neighbors for no reason. 

Ο δύστροπος γέρος φώναξε στους γείτονες χωρίς λόγο.

Λεξικό Δέντρο

cantankerously
cantankerous
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store