Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adore
01
λατρεύω, σέβομαι
to love and respect someone very much
Transitive: to adore sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
adore
γ΄ ενικό πρόσωπο
adores
ενεστώτα μετοχή
adoring
απλός αόριστος
adored
παθητική μετοχή
adored
Παραδείγματα
They adore their parents for the sacrifices they've made for the family.
Λατρεύουν τους γονείς τους για τις θυσίες που έκαναν για την οικογένεια.
Λεξικό Δέντρο
adorable
adored
adorer
adore



























