Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Canopy
01
θόλος, κουβούκλιο
a cloth covering placed or hung over something such as a bed or seat, used as a decoration or shelter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
canopies
02
θόλος δέντρων, στέγαστρο δασών
the upper layer of trees in a forest that creates a dense cover with interlocking leaves; offering shade and shelter in the ecosystem
Παραδείγματα
The canopy provided cool shade during our hike through the forest.
Η θόλος των δέντρων παρείχε δροσερή σκιά κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας μας μέσα στο δάσος.
03
θόλος, κύριο ύφασμα του αλεξιπτώτου
the main fabric portion of the parachute that inflates and slows the descent of the skydiver
Παραδείγματα
His canopy had colorful panels that fluttered in the wind.
Το canopy του είχε πολύχρωμα πάνελ που ανέμιζαν στον αέρα.
04
η διαφανής κάλυψη, το παρμπρίζ του πιλοτήριου
the transparent covering of an aircraft cockpit
05
κουβούκλιο, στεγάστρο
a roof-like structure that sticks out from a building to give cover from sun or rain
Παραδείγματα
The bus stop had a canopy to protect people from the rain.
Η στάση του λεωφορείου είχε ένα στέγαστρο για να προστατεύει τους ανθρώπους από τη βροχή.
to canopy
01
καλύπτω με κουβούκλιο, σκιάζω
cover with a canopy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
canopy
γ΄ ενικό πρόσωπο
canopies
ενεστώτα μετοχή
canopying
απλός αόριστος
canopied
παθητική μετοχή
canopied



























