canoe
ca
noe
ˈnu:
noo
imbuetabooto-dorenew

Ορισμός και σημασία του "canoe"στα αγγλικά

01

κανό, πιρογκά

a narrow boat that is light and has pointed ends, which can be moved using paddles 
canoe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
canoes
Παραδείγματα
They paddled their canoe along the tranquil river, enjoying the peaceful surroundings. 

Κωπηλάτησαν την κανό τους κατά μήκος του ήρεμου ποταμού, απολαμβάνοντας την ειρηνική περιβάλλουσα ατμόσφαιρα.

to canoe
01

κάνω κανό, κωπηλατώ

to travel or move in a small, narrow boat typically using paddles for moving 
Intransitive: to canoe | to canoe somewhere
to canoe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
canoe
γ΄ ενικό πρόσωπο
canoes
ενεστώτα μετοχή
canoeing
απλός αόριστος
canoed
παθητική μετοχή
canoed
Παραδείγματα
In their adventurous spirit, the group decided to canoe down the meandering river. 

Στο περιπετειώδες τους πνεύμα, η ομάδα αποφάσισε να κανοϊάσει κάτω από τον ποταμό που στρίβει.

Λεξικό Δέντρο

canoeist
canoe
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store