cannulation
Pronunciation
/kɐnuːlˈeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "cannulation"στα αγγλικά

01

καθετηριασμός, εισαγωγή καθετήρα

the insertion of a cannula or tube into a hollow body organ
cannulation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cannulations

Λεξικό Δέντρο

cannulation
cannulate
cannula
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store