canned
can
kæn
kān
ned
nɛd
ned
canted

Ορισμός και σημασία του "canned"στα αγγλικά

01

κονσερβαρισμένος, διατηρημένος σε σφραγισμένο δοχείο

(of food) preserved and stored in a sealed container, typically made of metal 
canned definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most canned
συγκριτικός βαθμός
more canned
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The canned tomatoes were used to make a flavorful pasta sauce. 

Οι κονσερβοποιημένες ντομάτες χρησιμοποιήθηκαν για να φτιάξουν μια γευστική σάλτσα ζυμαρικών.

02

κονσερβαρισμένο, προηχογραφημένο

(of laughter, music, or applause) pre-recorded for future use in television or radio programs 
Παραδείγματα
The comedian's jokes were met with canned laughter from the studio audience. 

Τα αστεία του κωμικού συναντήθηκαν με κονσερβοποιημένα γέλια από το στούντιο κοινό.

03

μεθυσμένος, μπουρμενού

heavily intoxicated from drinking alcohol 
Παραδείγματα
After three beers, he was already feeling canned. 

Μετά από τρία μπύρα, ένιωθε ήδη μεθυσμένος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store