adoptive
Pronunciation
/əˈdɑptɪv/

Ορισμός και σημασία του "adoptive"στα αγγλικά

01

θετός

(of a child or parent) related through adoption
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The adoptive siblings may not share DNA, but their bond is just as strong as any biological family's.
Τα θετά αδέλφια μπορεί να μην μοιράζονται DNA, αλλά ο δεσμός τους είναι τόσο δυνατός όσο και κάθε βιολογικής οικογένειας.
02

θετός, υιοθετημένος

obtained or taken up freely as if it were one's own
Παραδείγματα
The team showed adoptive commitment to the new strategy.
Η ομάδα έδειξε υιοθετική δέσμευση στη νέα στρατηγική.

Λεξικό Δέντρο

adoptive
adopt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store