adoptive
a
ə
ē
dop
ˈdɒp
dop
tive
tɪv
tiv
additiveadaptive

Ορισμός και σημασία του "adoptive"στα αγγλικά

01

θετός

(of a child or parent) related through adoption 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The adoptive parents showered their new child with love and affection from the moment they brought them home. 

Οι θετοί γονείς περιέβαλαν το νέο τους παιδί με αγάπη και τρυφερότητα από τη στιγμή που το έφεραν σπίτι.

02

θετός, υιοθετημένος

obtained or taken up freely as if it were one's own 
Παραδείγματα
She showed adoptive support for the new teaching method. 

Έδειξε υιοθετημένη υποστήριξη για τη νέα μέθοδο διδασκαλίας.

Λεξικό Δέντρο

adoptive
adopt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store