Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cancel out
01
εξουδετερώνω, ακυρώνω
to make something ineffective
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
cancel
ενεστώτας
cancel out
γ΄ ενικό πρόσωπο
cancels out
ενεστώτα μετοχή
canceling out
απλός αόριστος
canceled out
παθητική μετοχή
canceled out
Παραδείγματα
They tried to cancel the noise out with earplugs.
Προσπάθησαν να ακυρώσουν τον θόρυβο με ωτασπίδες.



























