Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cancel out
[phrase form: cancel]
01
εξουδετερώνω, ακυρώνω
to make something ineffective
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
cancel
ενεστώτας
cancel out
γ΄ ενικό πρόσωπο
cancels out
ενεστώτα μετοχή
canceling out
απλός αόριστος
canceled out
παθητική μετοχή
canceled out
Παραδείγματα
Unfortunately, the positive test results will not cancel out the negative ones.
Δυστυχώς, τα θετικά αποτελέσματα των τεστ δεν θα ακυρώσουν τα αρνητικά.



























