campus
cam
ˈkæm
kām
pus
pəs
pēs
carpus

Ορισμός και σημασία του "campus"στα αγγλικά

01

πανεπιστημιούπολη, πανεπιστημιακή έκταση

an area of land in which a university, college, or school, along with all their buildings, are situated 
campus definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
campuses
Παραδείγματα
The campus of the university is spread out over 100 acres of land. 

Η πανεπιστημιούπολη του πανεπιστημίου εκτείνεται σε περισσότερα από 100 στρέμματα γης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store