Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Campus
01
πανεπιστημιούπολη, πανεπιστημιακή έκταση
an area of land in which a university, college, or school, along with all their buildings, are situated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
campuses
Παραδείγματα
Security patrols the campus to ensure the safety of students and staff.
Η ασφάλεια περιπολεί τον πανεπιστημιούπολη για να διασφαλίσει την ασφάλεια των φοιτητών και του προσωπικού.



























