to camp out
camp
kamp
καμπ
out
aʊt
αουτ

Ορισμός και σημασία του "camp out"στα αγγλικά

to camp out
01

["κατασκηνώνω", "σκηνώνω"]

live in or as if in a tent 
γραμματικές πληροφορίες
ομαλό
ενεστώτας
camping out
απλός αόριστος
camped out
παθητική μετοχή
camped out

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store