campaigning
Pronunciation
/kæmˈpeɪnɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "campaigning"στα αγγλικά

01

εκστρατεία εκλογών

the campaign of a candidate to be elected
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

campaigning
campaign
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store