Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Campaigning
01
εκστρατεία εκλογών
the campaign of a candidate to be elected
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
campaignings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
campaigning
campaign



























