camise
ca
κα
mise
ˈmi:z
μιζ
kameez

Ορισμός και σημασία του "camise"στα αγγλικά

01

πουκάμισο, τουνίκα

a loose-fitting shirt or tunic, typically worn by women in medieval times 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
camises

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store