camise
Pronunciation
/kˈæmaɪz/

Ορισμός και σημασία του "camise"στα αγγλικά

01

πουκάμισο, τουνίκα

a loose-fitting shirt or tunic, typically worn by women in medieval times
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
camises
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store