Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Camise
01
πουκάμισο, τουνίκα
a loose-fitting shirt or tunic, typically worn by women in medieval times
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
camises



























