Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to calm down
[phrase form: calm]
01
ηρεμώ, καθησυχάζω
to become less angry, upset, or worried
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
calm
ενεστώτας
calm down
γ΄ ενικό πρόσωπο
calms down
ενεστώτα μετοχή
calming down
απλός αόριστος
calmed down
παθητική μετοχή
calmed down
Παραδείγματα
The crowd started to calm down after the concert ended.
Το πλήθος άρχισε να ηρεμεί μετά το τέλος της συναυλίας.
02
ηρεμώ, κατευνάζω
to cause someone or something to become less upset, angry, or nervous
Transitive: to calm down a person or animal
Παραδείγματα
The pet owner gently calmed the anxious dog down during the thunderstorm.
Ο ιδιοκτήτης του κατοικίδιου ήρεμα καθησύχασε το ανήσυχο σκύλο κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























