Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to calm down
01
ηρεμώ, καθησυχάζω
to become less angry, upset, or worried
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
calm
ενεστώτας
calm down
γ΄ ενικό πρόσωπο
calms down
ενεστώτα μετοχή
calming down
απλός αόριστος
calmed down
παθητική μετοχή
calmed down
Παραδείγματα
After the accident, it took her a while to calm down.
Μετά το ατύχημα, της πήρε λίγο χρόνο να ηρεμήσει.
02
ηρεμώ, κατευνάζω
to cause someone or something to become less upset, angry, or nervous
Transitive: to calm down a person or animal
Παραδείγματα
Please calm down the angry customer before it escalates.
Παρακαλώ ηρεμήστε τον θυμωμένο πελάτη πριν κλιμακωθεί η κατάσταση.



























