Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adjuvant
01
βοηθητική ουσία, ουσία ενίσχυσης ανοσιακής απόκρισης
a substance added to vaccines to boost immune response and increase effectiveness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adjuvants
Παραδείγματα
Physical therapy serves as an adjuvant to surgery for rehabilitation.
Η φυσικοθεραπεία χρησιμεύει ως βοηθητικό μέσο στη χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση.
adjuvant
01
βοηθητικός, συμπληρωματικός
increasing the effectiveness of a primary treatment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Radiation therapy was given as an adjuvant to surgery.
Η ακτινοθεραπεία χορηγήθηκε ως βοηθητική στη χειρουργική επέμβαση.
02
βοηθητικός, συμπληρωματικός
providing additional support or reinforcement
Παραδείγματα
Volunteers served as adjuvant assistance during the relief effort.
Οι εθελοντές υπηρέτησαν ως βοηθητική βοήθεια κατά τη διάρκεια της προσπάθειας ανακούφισης.



























