adjuvant
ad
a
α
ju
ˈʤu:
τζου
vant
vənt
βαντ
/ɐd‍ʒˈuːvənt/

Ορισμός και σημασία του "adjuvant"στα αγγλικά

01

βοηθητική ουσία, ουσία ενίσχυσης ανοσιακής απόκρισης

a substance added to vaccines to boost immune response and increase effectiveness
Παραδείγματα
Adjuvants may vary depending on individual needs and treatment goals.
Τα βοηθητικά μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τις ατομικές ανάγκες και τους θεραπευτικούς στόχους.
01

βοηθητικός, συμπληρωματικός

increasing the effectiveness of a primary treatment
Παραδείγματα
The therapy 's adjuvant use significantly increased patient outcomes.
Η βοηθητική χρήση της θεραπείας αύξησε σημαντικά τα αποτελέσματα των ασθενών.
02

βοηθητικός, συμπληρωματικός

providing additional support or reinforcement
Παραδείγματα
Adjuvant support can make complex tasks more manageable.
Η βοηθητική υποστήριξη μπορεί να κάνει πολύπλοκες εργασίες πιο διαχειρίσιμες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store