Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adjuvant
01
βοηθητική ουσία, ουσία ενίσχυσης ανοσιακής απόκρισης
a substance added to vaccines to boost immune response and increase effectiveness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adjuvants
Παραδείγματα
Adjuvants may vary depending on individual needs and treatment goals.
Τα βοηθητικά μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τις ατομικές ανάγκες και τους θεραπευτικούς στόχους.
adjuvant
01
βοηθητικός, συμπληρωματικός
increasing the effectiveness of a primary treatment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The therapy 's adjuvant use significantly increased patient outcomes.
Η βοηθητική χρήση της θεραπείας αύξησε σημαντικά τα αποτελέσματα των ασθενών.
02
βοηθητικός, συμπληρωματικός
providing additional support or reinforcement
Παραδείγματα
Adjuvant support can make complex tasks more manageable.
Η βοηθητική υποστήριξη μπορεί να κάνει πολύπλοκες εργασίες πιο διαχειρίσιμες.



























