calculable
Pronunciation
/kˈælkjuːləbəl/

Ορισμός και σημασία του "calculable"στα αγγλικά

calculable
01

υπολογίσιμος, εκτιμήσιμος

able to be counted or estimated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most calculable
συγκριτικός βαθμός
more calculable
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store