Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Calcification
01
ασβεστοποίηση, η διαδικασία της ασβεστοποίησης
the process where calcium or calcium salts accumulate in a tissue, making it hard and rigid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
calcifications
Παραδείγματα
The calcification of bones is essential for maintaining their strength and structure.
Η ασβεστοποίηση των οστών είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της αντοχής και της δομής τους.
02
ασβεστοποίηση, σκλήρυνση ιστών λόγω εναπόθεσης αλάτων ασβέστου
tissue hardened by deposition of lime salts
03
ασβεστοποίηση, ακαμψία
an inflexible and unchanging state
Λεξικό Δέντρο
decalcification
calcification



























