to adjudge
Pronunciation
/əˈdʒədʒ/

Ορισμός και σημασία του "adjudge"στα αγγλικά

to adjudge
01

αποφαίνομαι, κηρύσσω

to declare something true or to be the case according to facts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
adjudge
γ΄ ενικό πρόσωπο
adjudges
ενεστώτα μετοχή
adjudging
απλός αόριστος
adjudged
παθητική μετοχή
adjudged
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store