caffeine
ca
ˈkæ
ffeine
fi:n
fin
figurinegelatinetangerinelatrine

Ορισμός και σημασία του "caffeine"στα αγγλικά

01

καφεΐνη, τεΐνη

a substance present in coffee or tea that makes one's brain more active 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caffeines
Παραδείγματα
The caffeine in her morning coffee helped her focus at work. 

Η καφεΐνη στο πρωινό της καφέ τη βοήθησε να συγκεντρωθεί στη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store