adjective
ad
ˈæ
αι
jec
ʤɪk
τζικ
tive
tɪv
τιβ
adductiveadvectiveadjustiveaddictive

Ορισμός και σημασία του "adjective"στα αγγλικά

01

επίθετο, προσδιορισμός

a type of word that describes a noun 
adjective definition and meaning
Παραδείγματα
He's studying the use of comparative adjectives for his test tomorrow. 

Μελετά τη χρήση των συγκριτικών επιθέτων για τη δοκιμή του αύριο.

02

επίθετο, προσδιοριστικό

a word that expresses an attribute of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
adjectives
01

επίθετο που σχετίζεται με τη δικαστική πρακτική και τη διαδικασία σε αντίθεση με τις αρχές του δικαίου

relating to court practice and procedure as opposed to the principles of law 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, procedure, court
02

επίθετο, επιθετικός

of or relating to or functioning as an adjective 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

adjectival
adjective
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store