Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caddie
01
caddie, μεταφορέας μπαστονιών
a person who carries a golfer's clubs and provides assistance and advice during a round of golf
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caddies
Παραδείγματα
During the tournament, the caddie advised on the best club to use.
Κατά τη διάρκεια του τουρνουά, ο caddie συμβούλευσε για το καλύτερο club να χρησιμοποιηθεί.
to caddie
01
ενεργώ ως caddie, μεταφέρω τα μπαστούνια για έναν παίκτη
act as a caddie and carry clubs for a player
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
caddie
γ΄ ενικό πρόσωπο
caddies
ενεστώτα μετοχή
caddying
απλός αόριστος
caddied
παθητική μετοχή
caddied



























