cad
cad
kæd
kād
addfadadhnad

Ορισμός και σημασία του "cad"στα αγγλικά

01

αχρείος, κακοποιός

a dishonorable or selfish man, especially one who behaves badly toward women 
cad definition and meaning
παρωχημένο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
cads
αρσενικό ενικό
cad
neutral form
scoundrel
Παραδείγματα
He left her with the bill at dinner what a cad. 

Την άφησε με το λογαριασμό στο δείπνο – τι αχρείος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

caddish
cad
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store