Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cache
01
κρύβω, αποθηκεύω
to hide or store something for future use
Transitive: to cache sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cache
γ΄ ενικό πρόσωπο
caches
ενεστώτα μετοχή
caching
απλός αόριστος
cached
παθητική μετοχή
cached
Παραδείγματα
Squirrels cache nuts in various places to ensure a food supply for the winter.
Οι σκίουροι κρύβουν καρπούς σε διάφορα μέρη για να διασφαλίσουν προμήθεια τροφής για το χειμώνα.
Cache
01
κρυψώνα, μυστική αποθήκη
a hidden storage space (for money or provisions or weapons)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caches
02
προσωρινή μνήμη
(computing) a type of computer memory in which information that is often in use can be stored temporarily, a cache can be accessed quickly and is needed while a program is running
Παραδείγματα
The software uses a cache to temporarily store files for quicker access.
Το λογισμικό χρησιμοποιεί μια προσωρινή μνήμη για την προσωρινή αποθήκευση αρχείων για ταχύτερη πρόσβαση.
03
κρυψώνα, μυστική αποθήκη
a secret store of valuables or money



























